Τελευταία άρθρα

Quality since 1985.

Δεν υφίσταται Τάι Τσι Τσουάν χωρίς τις μαχητικές τεχνικές του.

Θα ήθελα μετά τα… εκδοτικά να συζητήσουμε για το Tάι Tσι Tσουάν, μια τέχνη στη διδασκαλία και τη μετάδοση της οποίας έχετε αφοσιωθεί. Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια σχετικά; Με το Τάι Τσι έχω μια σχέση η οποία ξεκινάει από τότε που ήμουν 20 χρονών –μιλάμε δηλαδή για 27 χρόνια περίπου. Από τότε που ξεκίνησα αλλά και σε κάθε διαφορετική περίοδο της πορείας μου, πάντα προσπαθούσα να μάθω όσο καλύτερα μπορούσα αλλά και μου επέτρεπαν οι συνθήκες, τόσο αυτές της Ελλάδας όσο και της ζωής μου (οι οικογενειακές μου υποχρεώσεις, η εργασία μου, οι εκδόσεις κ.λπ.). Ωστόσο, παρ’ όλο που θα μπορούσα να πω ότι μέσα στο ανωτέρω συγκεκριμένο πλαίσιο είχα προχωρήσει σε ικανοποιητικό επίπεδο από πλευράς γνώσεων και ικανοτήτων, ταυτόχρονα αισθανόμουν ότι σε σχέση με το απίστευτο βάθος και εύρος που έχει αυτή η τέχνη ήμουν ακόμη πολύ μικρός.

Oι Έλληνες δε διαβάζουν βιβλία σχετικά με τις πολεμικές τέχνες!

Κ. Τσετσέλη επί σειρά ετών ήσασταν ο εκδότης του περιοδικού «Μονοπάτι για τις Πολεμικές Τέχνες» καθώς και αρκετών βιβλίων σχετικών με το αντικείμενο. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για την αρχή αυτής της προσπάθειας και για τους λόγους που σας ώθησαν να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο χώρο. Από πολύ νεαρή ηλικία είχα διάφορα πράγματα τα οποία αγαπούσα. Κάποια από αυτά ήταν τα βιβλία, τα περιοδικά, οι πολεμικές τέχνες, οι εναλλακτικές θεραπείες και μια κοινωνική-πολιτική-φιλοσοφική προσέγγιση η οποία τα συνέδεε όλα αυτά σε κάτι ενιαίο∙ στο δικό μου νου δηλαδή όλα αυτά τα πράγματα δεν ήταν ξεχωριστά αλλά συνδέονταν μέσω της φιλοσοφικής και πολιτικής μου τοποθέτησης. Έτσι, κάποια στιγμή και έχοντας ακολουθήσει διάφορους επαγγελματικούς δρόμους με τους οποίους δεν ήμουν ικανοποιημένος (ψυχικά, όχι οικονομικά) αποφάσισα να ασχοληθώ πιο σοβαρά με όλα αυτά –το επαγγελματικό προέκυψε στη συνέχεια- και να κάνω κάτι που θα τα συνέδεε και που θα μπορούσα να κινώ εγώ.

Συνέντευξη στους Ελευθερία Καζαντζή, Παναγιώτη Ζέκιο, Διονύση Τσετσέλη
«Το ταξίδι μάς φέρνει τελικά μέσα μας, εκεί που ήδη είμαστε και απλώς πρέπει να το αποδεχτούμε.»
Με τον κ. Πέτρο Κουρόπουλο ήρθα σε επαφή όταν ήμουν 19 χρονών, από μια ευτυχή, για μένα, συγκυρία, την οποία περιγράφω στον πρόλογο του βιβλίου «Τάι Τσι Τσουάν: Τα Κλασσικά Κείμενα», των εκδόσεων Αλκίμαχον. Μαθήτευσα κάποια χρόνια κοντά του και μαζί με τη μέλλουσα, τότε, σύζυγό μου του ζητήσαμε να μας παντρέψει, πράγμα το οποίο έκανε με μεγάλη χαρά. Περνώντας, όμως, τα χρόνια, οι κύκλοι της ζωής μάς έκαναν και χαθήκαμε. Δουλειές, τρεξίματα, καθημερινή πίεση, τα ξέρετε τώρα αυτά, ειδικά οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Το τελευταίο χρόνια είχα πάντα στο μυαλό μου να τον επισκεφτώ αλλά όλο κάτι συνέβαινε και το ανέβαλλα. Το τελευταίο διάστημα, πάντως, το είχα αποφασίσει και έψαχνα να βρω την κατάλληλη ευκαιρία. Πάνω που είχα πάρει, λοιπόν, την απόφαση και προετοιμαζόμουν για την επίσκεψη, χτυπάει το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο φίλος μου Παναγιώτης Ζέκιος, άνθρωπος του Τάι Τσι κι αυτός, ο οποίος, ω του θαύματος, μου είπε: «Καλά, έχεις πάρει συνέντευξη από τους πάντες αλλά όχι από τον μεγαλύτερο Δάσκαλο που έχουμε στη χώρα μας». Αμέσως κατάλαβα, «Τον κ. Κουρόπουλο;», ρώτησα. «Κανόνισέ το κι έγινε».

Συνέντευξη στον Διονύση Τσετσέλη
Κάτι που προσπαθούσα πάντα να αποφύγω, στα 10 χρόνια και 93 τεύχη κυκλοφορίας του περιοδικού μας, ήταν να προωθήσω μέσω αυτού τους δασκάλους μου –αυτό προκειμένου να μη θεωρήσουν οι αναγνώστες ότι παίρνω θέση υπέρ της τέχνης στην οποία ασκούμαι έναντι των άλλων. Σήμερα αποφάσισα να παραβώ την αρχή μου αυτή και νομίζω ότι είναι σωστό να εξηγήσω το γιατί. Παρά τα περίπου είκοσι τρία χρόνια εξάσκησης στο Τάι Τσι Τσουάν και παρ’ όλη τη μεγάλη ευγνωμοσύνη που αισθανόμουν (και ακόμα αισθάνομαι) για όλους τους δασκάλους μου, δεν έπαψα ποτέ να αισθάνομαι βαθιά μέσα μου μια αίσθηση ανικανοποίητου. Η ανησυχία μου δεν αφορούσε μόνο στην προσωπική μου πρόοδο στην τέχνη αλλά, κυρίως, στην πρόοδο των μαθητών μου, των ανθρώπων που με είχαν εμπιστευθεί να τους καθοδηγήσω. Και τα ερωτήματά μου επικεντρώνονταν πρωτίστως στην ποιότητα της ύλης στην οποία ασκούμασταν, στο παραπέρα υλικό και στο μέλλον της γραμμής που ακολουθούσαμε.